Back to Main

  Back to previous

 
  Protocols

 
  Medline

 
  Recent Developments

 
  Conferences













 

 
  Γενετική ανάλυση ενός κυττάρου

Η μέθοδος PCR όταν την πρωτοεφαρμόσαμε στην προεμφυτευτική διάγνωση, ήταν μια νέα μέθοδος μόνο για επιλεγμένες περιπτώσεις. Σήμερα είναι η μέθοδος επιλογής για γενετικές διαγνώσεις σ'όλα τα εργαστήρια γενετικής και τα ερευνητικά ινστιτούτα (Erlish et al, 1992). Για τη μέθοδο αυτή, ο πρωτεργάτης της ομάδας που την ανακάλυψε, Karry Mullis τιμήθηκε το 1995 με το βραβείο Nobel. Οι δυνατότητες της PCR είναι τέτοιες, ώστε αξίζει να αναφερθεί αυτό το απλό παράδειγμα που λέγεται όταν διδάσκεται η μέθοδος στους φοιτητές: αν τα συντιθέμενα μόρια DNA, μετά από αντίδραση PCR (όγκος μικρότερος των 0.1 ml) τα αδειάσει κανείς σε πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων, μετά από πλήρη ανάμιξη, η ανάλυση 0.5ml του νερού της πισίνας είναι δυνατόν να δώσει την ακριβή διάγνωση. Η τεράστια βέβαια ισχύς της μεθόδου είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο της μειονέκτημα, μια και είναι ευνόητο στον αναγνώστη το πόσο εύκολο είναι να δημιουργηθεί επιμόλυνση από DNA. Ειδικά στις περιπτώσεις όπου η διάγνωση γίνεται από ένα κύτταρο, τότε τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν είναι δρακόντεια. Ειδικά στο νοσοκομείο Hammersmith , στα εργαστήρια προεμφυτευτικής διάγνωσης, οι χώροι βιοψίας και ανάλυσης του δείγματος είναι πλήρως διαχωρισμένοι, ο ιματισμός του εργαστηρίου διαφορετικός, απαγορεύεται η ανταλλαγή εργαλείων η αντικειμένων μεταξύ των εργαστηρίων κ.α.

Παρά την μεγάλη ευαισθησία της PCR, οι πιθανότητες αποτυχίας πολλαπλασιασμού ενός γονιδίου από ένα μόνο κύτταρο μπορεί να φτάνουν μέχρι το 10-15%. Για το σκοπό αυτό αναπτύχθηκαν μέθοδοι PCR που μπορούν να ανιχνεύουν ταυτόχρονα ακολουθίες στο Χ και στο Υ χρωμόσωμα, ώστε να μπορεί να πιστοποιηθεί η επιτυχία της αντίδρασης (Κontogianni et al, 1995).

Μία άλλη μέθοδος η οποία έχει αρχίσει να εφαρμόζεται είναι ο υβριδισμός in situ, όπου χρησιμοποιούνται ειδικοί ανιχνευτές για το χρωμόσωμα Χ και Υ. Στο παρελθόν χρησιμοποιούνταν ανιχνευτές οι οποίοι είχαν σημανθεί με ραδιενεργά ισότοπα και ο χρόνος διάγνωσης ήταν μερικές μέρες. Σήμερα υπάρχουν ανιχνευτές οι οποίοι σημαίνονται με φθορισμό όπου μπορεί να γίνει πολύ πιο γρήγορη ανίχνευση του σήματος (Fluorescent In Situ Hybridization; FISH). Ακόμα ένα πλεονέκτημα της τεχνικής του υβριδισμού in situ είναι ότι δεν υπάρχει το πρόβλημα της επιμόλυνσης από ακολουθίες DNA (Monk et al, 1995). Τα πλεονεκτήματα της τεχνικής FISH είναι ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστεί στη διάγνωση του φύλου και στη διάγνωση τρισωμιών (Griffin et al, 1994). Δεν είναι όμως δυνατόν να εφαρμοστεί για τη διάγνωση μονογονιδιακών γενετικών ανωμαλιών, μια και η διακριτική της ικανότητα δεν φτάνει σε τόσο λεπτό επίπεδο. Φυσικά το θέμα του FISH για τη διάγνωση τρισωμιών στο προεμφυτευτικό στάδιο, είναι ένα θέμα το οποίο αντιμετωπίζεται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από τους επιστήμονες και τον κόσμο της εξωσωματικής γονιμοποίησης (Zheng et al, 1993; Ganshirt-Ahlert et al, 1993). Ένα μεγάλο ποσοστό των γυναικών που κάνει εξωσωματική γονιμοποίηση είναι πάνω από 35 χρονών και συνεπώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος τρισωμίας 21 στο έμβρυο. Η τεχνική FISH θα μπορούσε θεωρητικά να εφαρμοστεί σε όλες τις γυναίκες που κάνουν εξωσωματική γονιμοποίηση και είναι πάνω από την ηλικία των 35 ετών και έτσι θα μειωθεί κατά πολύ ο κίνδυνος εμφάνισης του συνδρόμου Down (Munne et al, 1993). Επίσης έχει θεωρηθεί ότι ένας από τους λόγους που το ποσοστό εγκυμοσύνης είναι χαμηλότερο σε γυναίκες που είναι πάνω από 35 χρονών, είναι ότι τα έμβρυα έχουν σε υψηλότερο ποσοστό χρωμοσωμικές ανωμαλίες (Munne et. al, 1994). Σ'αυτή την περίπτωση με εφαρμογή της μεθόδου FISH σ'όλα τα έμβρυα τα οποία πρόκειται να εμφυτευτούν στις μητέρες άνω των 35 χρονών, όχι μόνο θα μπορούσαμε να προλάβουμε την εμφάνιση του συνδρόμου Down, αλλά και να αυξήσουμε το ποσοστό εγκυμοσύνης μια και τα έμβρυα που θα μεταφέραμε θα ήταν φυσιολογικά. Η εφαρμογή FISH σ'όλες τις γυναίκες πάνω από 35 χρονών για την ανίχνευση των τρισωμιών έχει αρχίσει ήδη να εφαρμόζεται στην Αμερική στο κέντρο Cornell από τους Santiago Munne & Jaques Cohen. Τα πρώτα τους αποτελέσματα έδειξαν ότι έχει αποφευχθεί η τρισωμία 21 μετά τις γεννήσεις εμβρύων τα οποία είχαν υποστεί προεμφυτευτικό έλεγχο. Μέχρι στιγμής όμως οι ερευνητές δεν έχουν καταφέρει να αυξήσουν το ποσοστό εγκυμοσύνης. Αυτό το αποδίδουν στο γεγονός ότι η ανιχνευτές του DNA που χρησιμοποιήθηκαν δεν έχουν πολύ υψηλή αποτελεσματικότητα και έτσι τα έμβρυα τα οποία μετέφεραν ήταν λιγότερα κατά μέσο όρο από αυτά που μετέφεραν συνήθως. Το ποσοστό εγκυμοσύνης ανά έμβρυο το οποίο μεταφέρεται (και όχι ανά εμβρυομεταφορά) έχει αυξηθεί (Μunne et al, 1995). Οι ερευνητές του Cornell πιστεύουν ότι με τη βελτίωση των ανιχνευτών του DNA, το ποσοστό εγκυμοσύνης θα βελτιωθεί. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν οκτω κέντρα σ΄ολόκληρο τον κόσμο, με τα κέντρα του Hammersmith, Chicago, Cornell να είναι τα πιο ενεργά (Verlinsky et al, 1993; 1994). Μετά την εφαρμογή της προεμφυτευτικής διάγνωσης σ'όλα αυτά τα κέντρα, φαίνεται ότι τα ποσοστά εγκυμοσύνης είναι συγκρίσιμα με αυτά μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση ρουτίνας. Ο μέσος όρος των ποσοστών εγκυμοσύνης ανά τον κόσμο είναι 25% ανά κύκλο εξωσωματικής και 30% ανά εμβρυομεταφορά (Harper et al, 1994).

[ contents | previous | next ]













Download Related Videos
·  PCR - 0.5mb quicktime
·  DNA replication - 7.4mb quicktime