Back to Main

  Back to previous

 
  Protocols

 
  Medline

 
  Recent Developments

 
  Conferences













 

 
  Γενετικές επιπτώσεις της Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής

Παρά την επιτυχία του ΙCSI και των συναφών τεχνικών, υπάρχουν ερωτήματα που μένει να απαντηθούν. Πιστεύεται ότι η περίπλοκη διαδικασία της φυσιολογικής γονιμοποίησης δρα σαν φραγμός για τα σπερματοζωάρια με τον ανώμαλο γενότυπο. Συνεπώς, όταν εισάγουμε μηχανικά ένα σπερματοζωάριο μέσα στο κυτταρόπλασμα του ωαρίου δρώντας με μόνο χαρακτηριστικό τη μορφολογία του, αυτοί οι επιλεκτικοί μηχανισμοί των σπερματοζωαρίων σταματούν να υπάρχουν (Coulam et al, 1996).

Επιπλέον ερωτηματικά δημιουργούνται από κυτταρογενετικές μελέτες που δείχνουν υψηλά ποσοστά χρωμοσωματικών ανωμαλιών, και ειδικά ισοζυγισμένων μετατοπίσεων, σε υπογόνιμους άνδρες. Όσο ελαττώνονται οι δείκτες της ποιότητας του σπέρματος, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα χρωμοσωματικής ανωμαλίας. Μήπως η προσπάθεια μας να βοηθήσουμε τους ασθενείς μα να αποκτήσουν ένα παιδί θα έχει σαν αποτέλεσμα αυτό το συγκεκριμένο παιδί να υποφέρει από μια συγγενή ανωμαλία; Μήπως θα ήταν λογικό να περιμένουμε υψηλά ποσοστά γενετικών ανωμαλιών σε απόγονους ασθενών που αδυνατούν να τεκνοποιήσουν φυσιολογικά; Μήπως υποβοηθούμε τη διαιώνιση ενός παθολογικού γενοτύπου όπου η στειρότητα είναι απλά η εκδήλωση του; (Voght et al, 1995)

Κατ' αρχήν ας εξετάσουμε τη θεωρία της διαφανούς ζώνης και της κυτταρικής μεμβράνης του ωάριου: δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία που να υποστηρίζουν ότι αποτελούν φραγμό στη γονιμοποίηση από σπερματοζωάρια με γενετικές ανωμαλίες. Το DNA του σπερματοζωαρίου είναι τόσο έντονα περιελιγμένο, που θα ήταν δύσκολο να υποτεθεί ότι το ωάριο διαθέτει μηχανισμούς για την ανίχνευση της ύπαρξης μη-φυσιολογικού DNA. Εάν ένας τέτοιος μηχανισμός υπήρχε, τότε θα είχε παρατηρηθεί παραμορφωμένη αναλογία διαχωρισμού (segregation ratio distortion) στην μεταβίβαση γενετικών ασθενειών. Οι ελάχιστες περιπτώσεις παραμορφωμένης αναλογίας διαχωρισμού συνήθως οφείλονται σε μη Μεντελικούς τρόπους κληρονομικότητας, όπως η μιτοχονδριακή. Όποτε για τις μονογονιδιακές ασθένειες, η επιλογή υπέρ του μη παθολογικού στο επίπεδο της γονιμοποίησης μπορεί να αποκλειστεί. Επίσης, σπερματοζωάρια με ανευπλοειδίες είναι δυνατόν να γονιμοποιήσουν το ωάριο, γεγονός που πιστοποιείται από την ύπαρξη εμβρύων με ανευπλοείδια που προήλθαν από μη-διαχωρισμό στα χρωμοσώματα του πατέρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σύνδρομο Klinefelter, όπου το επιπλέον Χ χρωμόσωμα είναι πατρικής προέλευσης στο 50% των περιπτώσεων. Συνεπώς, δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα που να τεκμηριώνουν την διαδικασία της επιλογής σπερματοζωαρίων στο επίπεδο της διαφανούς ζώνης.

Βάσιμα ερωτηματικά προκαλούνται από τη συσχέτιση ανδρικής υπογονιμότητας και χρωμοσωματικών ανωμαλιών, Μια πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι το ποσοστό των χρωμοσωματικών ανωμαλιών σε άνδρες με κανονικές παραμέτρους σπέρματος ήταν 2.2%. Σε ασθενείς με ολιγοσπερμία 5.1%, με αζωοσπερμία 14.6% και με μη-αποφρακτική αζωοσπερμία 20.3% (Πίνακας 1). Παρ ότι είναι γνωστό ότι η γονιμοποίηση από σπερματοζωάρια με χρωμοσωμικές ανωμαλίες είναι δυνατή, δεν είναι γνωστό εάν το ποσοστό των ανώμαλων σπερματοζωαρίων που πετυχαίνουν γονιμοποίηση είναι το ίδιο η μειωμένο σε σχέση με τα φυσιολογικά. Επίσης είναι άγνωστος ο αριθμός των ζυγωτών με ανευπλοειδισμό μη-συμβατό με τη ζωή, που αποβάλλονται στη αρχή της κύησης. Τα δεδομένα της Martin (1996) δείχνουν ότι ένας μη-φυσιολογικός καρυότυπος (από ανάλυση περιφερικού αίματος) δεν συμβαδιζει πάντα με ανώμαλο γενότυπο των σπερματοζωαρίων: άντρες με γενετική σύσταση 47ΧYY παράγουν χρωμοσωμικά φυσιολογικά σπερματοζωάρια. Το επιπλέον χρωμόσωμα φαίνεται ότι χάνεται κατά τη σπερματογένεση. Επίσης ο καρυοτυπος από κύτταρα περιφερικού αίματος δεν είναι πάντα αντιπροσωπευτικός της γενοτυπικής κατάστασης του ατόμου λόγω των περιπτώσεων μωσαικισμου που μένουν αδιάγνωστες Martin (1996). H παιδιατρική παρακολούθηση παιδιών που γεννήθηκαν μετά από ICSI είναι πολύ ενθαρρυντική: τα ποσοστά των γενετικών ανωμαλιών των παιδιών αυτών είναι παρόμοια με των παιδιών που γεννιούνται μετά από IVF (Bonduelle et al, 1995). Παρ'ολα αυτά, τα αποτελέσματα κάθε νέας τεχνικής πρέπει να παρακολουθούνται μακροπρόθεσμα και να καταγράφονται σε βάση δεδομένων. Επίσης, είναι απαραίτητη η ενημέρωση των ασθενών σχετικά με την πρόσφατη ανακάλυψη και εφαρμογή της μεθόδου, τα στοιχεία που έχουν ήδη συγκεντρωθεί και την έλλειψη μακρόχρονης πείρας.

Προγεννητική διάγνωση για χρωμοσωματικές ανωμαλίες συνήθως προτείνεται εάν συντρέχουν διάφοροι παράγοντες, όπως η ηλικία της μητέρας, αλλά είναι αμφιλεγόμενο το εάν θα πρέπει να προταθεί με μόνη αιτιολογία την εφαρμογή ICSI. Οι υποψήφιοι ασθενείς για ICSI αποτελούν μια πολύ ετερογενή ομάδα, που περιλαμβάνει περιπτώσεις ολιγοσπερμίας που οφείλονται σε απόφραξη, μέχρι περιπτώσεις ισοζυγισμένων χρωμοσωματικών μετατοπίσεων, που έχουν σαν αποτέλεσμα εμβρυϊκές ανωμαλίες. Κάθε περίπτωση πρέπει να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά και τα ζευγάρια να κατανοούν τις επιπτώσεις μιας γενετικής επιβάρυνσης, το μεγεθος του κινδύνου και τις δυνατοτητες για προληψη.

Ακομη και αν προσφερουμε προγεννητικη διαγνωση με αναλυση καρυοτύπου σε όλες τις γυναίκες που μένουν έγκυες μετά από IVF-ICSI, υπάρχει ένα ποσοστό μεταλλάξεων σημείου, που προκαλούν στειρότητα, και που θα έμενε αδιάγνωστο (Vogt et al, 1993; Wyrobet et al, 1995) καθώς και ένα ποσοστό ασθενών με μωσαικισμό, όπου ο καρυοτυπος από το αίμα δεν θα ερχόταν σε συμφωνία με τον καρυότυπο των γαμετών (Martin, 1996). Θα μπορούσε ίσως να προταθεί έλεγχος για τις σημειακές μεταλλάξεις και καρυοτύπηση σπερματοζωαρίων. Μια τέτοια όμως στρατηγική θα αύξανε υπερβολικά το κόστος για τους ασθενείς, με αμφίβολη κλινική αξία. Σήμερα, με τις προόδους της μοριακής βιολογίας και γενετικής έχουμε τα εργαλεία να ερευνήσουμε και να διαλευκάνουμε τα διλήμματα που προκαλεί η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και να βοηθήσουμε τους ασθενείς (με τη σωστή πληροφόρηση) να πάρουν τη σωστή γι'αυτούς απόφαση.

Ήδη σήμερα είναι εφικτός ο διαχωρισμός των σπερματοζωαρίων με βάση την ποσότητα του DNA που περιέχουν (Johnson et al, 1993; Schulman et al, 1994). H μέθοδος αυτή έχει αρχίσει να εφαρμόζεται για την επιλογή φύλου σε περιπτώσεις φυλοσύνδετης πάθησης. Στο μελλον ανάπτυξη της τεχνικής ίσως μπορέσει να ξεχωρίσει σπερματοζωάρια με φυσιολογική ή ανώμαλη χρωμοσωματική σύσταση (Levinson et al, 1995)

 
  Ποιότητα σπέρματος χρωμοσωματικές ανωμαλίες

φυσιολογικες παραμετροι
2.2%
ολιγοσπερμια
5.1%
αζωοσπερμια
14.6%
μη-αποφρακτικη αζωοσπερμια
20.3%
       (απο Yoshida et al, 1995)

[ contents | previous | next ]