Back to Main

  Back to previous

 
  Protocols

 
  Medline

 
  Recent Developments

 
  Conferences













 

 
  Πτώση της ποιότητας του σπέρματος

Οι αυξανόμενες απαιτήσεις για τελειοποίηση των τεχνικών για την αντιμετώπιση της ανδρικής στειρότητας και την διερεύνηση των αιτιών της, φαίνεται ότι δεν είναι τυχαίες. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η ποιότητα του σπέρματος φθίνει τις τελευταίες δεκαετίες (Skakkebaek et al, 1992; Carlsen et al, 1992; Auger et al, 1995) . Έρευνες που έδειχναν ότι η ποιότητα του σπέρματος χειροτερεύει με τον καιρό είχαν αντιμετωπιστεί με σκεπτικισμό, μια και οι περισσότερες βασίζονταν σε στοιχεία από επιλεγμένα άτομα (είτε με προβλήματα γονιμότητας, είτε από δότες σπέρματος) (Bromwich et al, 1994). Οι Carlsen και συνεργάτες (1992) μελέτησαν την ποιότητα του σπέρματος στους Δανούς. Ξεκίνησαν την μελέτη με άτομα που δεν εργαζόταν σε βιομηχανίες η σε χώρους όπου υπήρχε έκθεση σε χημικές ουσίες (άτομα που φαίνονταν να είναι υγιή). Τα αποτελέσματα ήταν πρωτοφανή: Το 84% των Δανών που εξετάστηκαν είχε σπέρμα που δεν πληρούσε τα κριτήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) (Carlsen et al, 1992). Με βάση την διεθνή βιβλιογραφία, υπολογίστηκε ότι υπήρχε πτώση του σπέρματος , από 113 εκατομμύρια ανά κυβικό εκατοστό σε 66 εκατομμύρια ανά κυβικό εκατοστό, μεταξύ του 1950 και 1990 (Skakkebaek et al, 1992; Carlsen et al, 1992). Επίσης κατά την ίδια περίοδο τριπλασιάστηκε ο αριθμός των ανδρών με αριθμό σπερματοζωαρίων λιγότερο από 20 εκατομμύρια ανά κυβικό εκατοστό. Τα αποτελέσματα των Carlsen et al (1992) υποστηρίζει και η έρευνα των Auger et al (1995) που μελέτησε 1.351 γόνιμους άνδρες στο Παρίσι. Στη μελέτη αυτή συμμετείχαν άντρες που είχαν ένα παιδί και ήταν, με μεγάλη πιθανότητα, γόνιμοι. Παρατηρήθηκε ότι ο αριθμός σπερματοζωαρίων σ αυτή την ομάδα είχε μειωθεί περίπου 2% ανά έτος για τα τελευταία 20 χρόνια. Το 1973 ο μέσος αριθμός σπερματοζωαρίων ήταν 89 εκατομμύρια ανά ml, ενώ το 1992 ήταν 60 εκατομμύρια (Auger et al, 1995).

Η μελέτη αυτή δεν δείχνει μόνο την πτώση της ποσότητας των σπερματοζωαρίων, αλλά και της κινητικότητας τους καθώς την αύξηση των ανώμαλων μορφών. Αυτές οι αλλαγές είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές, μια και η ποιότητα του ανθρώπινου σπέρματος είναι ήδη πολύ φτωχή, συγκρινόμενη με άλλων θηλαστικών. Περισσότερα από τα μισά από τα ανθρώπινα σπερματοζωάρια εμφανίζουν ανώμαλες μορφές, σε σύγκριση με το λιγότερο από το 5% σε αλλά είδη, και υπάρχει παράλληλη σχέση μεταξύ τερατοζωοσπερμίας και και στειρότητας (Skakkebaek et al, 1994). Η απότομη μείωση του αριθμού των σπερματοζωαρίων διαπιστώθηκε και στη Σκοτία. Άντρες που είχαν γεννηθεί τη δεκαετία του 1950 είχαν μέσο αριθμό σπερματοζωαρίων 98 εκατομμύρια ανά ml , ενώ εκείνοι που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1960 είχαν μόνο 78 εκατομμύρια ανά ml (Irvine et al, 1996). Η σύγκριση των δυο ηλικιακών ομάδων δείχνει ότι ο ολικός αριθμός κινητών σπερματοζωαρίων ήταν 25 % μικρότερος στους νεαρότερους άντρες. Αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώνουν προηγούμενες έρευνες που έδειχναν πτώση περίπου 2 % το χρόνο (Auger et al, 1995; Irvine et al, 1996).

Μια πρόσφατη έρευνα όμως που έγινε στην Αμερική καταλήγει σε άλλα συμπεράσματα. Η μελέτη των Fisch et al (1996) δείχνει ότι στις ΗΠΑ δεν υπάρχει μείωση του σπέρματος, άλλα έντονες διαφορές από τη μια γεωγραφική περιοχή στην άλλη. To γεγονός ότι οι έρευνες κατέληξαν σε διαφορές στο σπέρμα από τη μια γεωγραφική περιοχή στην άλλη, πιθανά υποδεικνύει ότι τα αποτελέσματα των μετρήσεων του σπέρματος αντανακλούν διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες μεταξύ αγροτικών και αστικών πληθυσμών (Sharpe, 1993; Bromwich, 1994; Bujan et al, 1996)

Το πρόβλημα δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένο. Υπάρχει γενική συναίνεση για μεγάλες προοπτικές έρευνας, όπου θα ακολουθούνται ταυτόσημες μέθοδοι μέτρησης και ανάλυσης. Η πτώση της ποιότητας του σπέρματος δεν μπορεί να συσχετιστεί με την πτώση των γεννήσεων στις χώρες του δυτικού κόσμου, μια και στο αποτέλεσμα συμβάλλουν πλήθος οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων. Όταν όμως τα χαρακτηριστικά του σπέρματος κυμαίνονται σε "φυσιολογικά "επίπεδα, δεν αναμένεται να παρατηρηθεί πτώση της γονιμότητας. Όμως η 2% το χρόνο υποβάθμιση της ποιότητας του σπέρματος, σημαίνει ότι σε λίγες δεκαετίες ο μέσος όρος του σπέρματος θα βρίσκεται στην κλίμακα του υπογόνιμου η άγονου. Η συγκέντρωση στοιχείων για την παγκόσμια εικόνα της κατάστασης και η έρευνα για τις αιτίες που προκαλούν αυτή την υποβάθμιση, πρέπει να τύχουν απόλυτης προτεραιότητας.

Η πτώση της ποιότητας του σπέρματος δεν είναι η μόνη ένδειξη των αναπαραγωγικών ανωμαλιών που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στον ανδρικό πληθυσμό. Μετά το 1940, το ποσοστό του καρκίνου των όρχεων έχει αυξηθεί 2-4 φορές στη Βόρεια Αμερική και Ευρώπη (Adami et al, 1994; Henderson et al, 1988; Kelce et al, 1995). Επίσης, το ποσοστό των νεογέννητων αγοριών με υποσπαδίες και κρυψορχία έχει αυξηθεί (Skakkebaek et al, 1994).

Eχουν προταθεί διάφορες θεωρίες για να εξηγήσουν την μείωση της ποιότητας του σπέρματος τα τελευταία χρόνια.

Ήδη εδώ και χρόνια έχει προταθεί ότι τα οιστρογόνα παίζουν σημαντικό ρόλο στον καρκίνο του όρχεως. Επιδημιολογικές έρευνες έχουν δείξει ότι η χορήγηση διμεθυλοστιλβεστρολης (DES) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ενώ δεν είχε δυσμενή επίδραση στις μητέρες, σχετίζεται άμεσα με αύξηση (στους γιους των γυναικών αυτών) των ποσοστών εμφάνισης καρκίνου των όρχεων και άλλων ανωμαλιών , όπως κρυψορχία και φτωχή ποιότητα σπέρματος, και στις κόρες τους με καρκίνο του κόλπου και κολπική αδένωση (Henderson et al, 1988). Πολλές βιομηχανικές τοξίνες έχουν παρόμοια χημική δομή με τα οιστρογόνα και μεγάλη συγγένεια με τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Έτσι οι τοξίνες καταλαμβάνουν τους υποδοχείς των οιστρογόνων, μιμούμενες ατελώς ή ανωμάλως τη δράση τους και περιορίζοντας τη δράση των αληθινών ορμονών (Kelce et al, 1995). Έτσι δρουν ως μιμητές οιστρογόνων. Αυτό είναι επικίνδυνο για το άρρεν έμβρυο , όταν η μητέρα του εκτίθεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η παροπλισμένη δράση των φυσικών οιστρογόνων στον άνθρωπο μπορεί να προκαλέσει "θηλεοποίηση" του εμβρύου που έχει σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση όλων αυτών των ανωμαλιών (Stillman et al, 1982; Orth et al, 1988; Sharpe, 1995). H Εταιρεία για την Προστασία του Περιβάλλοντος της Δανίας δημοσίευσε πρόσφατα μια μελέτη για τη σχέση των χημικών προϊόντων στο περιβάλλον που μπορεί να έχουν οιστρογονική δράση και την αύξηση της συχνότητας της κρυψορχίας, καρκίνου των όρχεων και πτώση του αριθμού των σπερματοζωαρίων (Ministry of Environment & Energy of Denmark, 1995).

Η έκθεση του εμβρύου σε περιβαλλοντικά οιστρογόνα η μιμητές οιστρογόνων έχει επίσης κατηγορηθεί (μαζί με πολλούς περιβαλλοντικούς παράγοντες και τρόπο ζωής) για την αύξηση στη συχνότητα του καρκίνου του μαστού σε γυναίκες στις χώρες του δυτικού κόσμου τις τελευταίες δεκαετίες (Henderson et al, 1988; Sharp & Skakkebaek, 1993).

Φυσικα δεν είναι ο άνθρωπος ο μόνος δείκτης της υπονόμευσης που συμβαίνει στη γονιμότητα. Ένας μεγάλος αριθμός από χημικά παράγωγα που εκκρίνονται στο περιβάλλον έχουν τη δυνατότητα να διαταράξουν το ενδοκρινολογικό σύστημα των οργανισμών. Τα χημικά αυτά παράγωγα περιλαμβάνουν εντομοκτόνα, φυτοφάρμακα, βιομηχανικά κατάλοιπα κ.α. Πολλοί οργανισμοί έχουν επηρεαστεί από τις χημικές αυτές ουσίες. Σε πολλά ψάρια και πουλιά παρατηρούνται δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς, μειωμένη γονιμότητα, μεταβολικές ανωμαλίες, απαρρενοποίηση των γεννητικών οργάνων κ.α. (Colborn et al, 1993)

Οι πληροφορίες που έχουμε σχετικά με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που είναι δυνητικά οιστρογονικοί είναι περιορισμένες. Πως απορροφούνται και μεταβολίζονται; Έχουν αθροιστική δράση σε βιολογικά συστήματα; Έχουμε πολύ λίγες πληροφορίες για τη δοσολογία και τις συγκεντρώσεις που επιδρούν στον οργανισμό. Οι αλληλεπιδρασεις, η βιοσυσσώρευση και ο καταβολισμός των ουσιών αυτών πρέπει να ερευνηθούν, ειδικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης που πιθανόν επηρεάζουν το έμβρυο (Sharpe, 1995; Kelce et al, 1995)

[ contents | previous | next ]













Related Links
·  Environmental Estrogens


Related Images
·  Spermatozoa reacting to HOST


·  Head to head agglutinations