Back to Main

  Back to previous

 
  Protocols

 
  Medline

 
  Recent Developments

 
  Conferences













 

 
  Eίναι η βιοψία ασφαλής;

Η ασφάλεια της βιοψίας για τη μελλοντική ανάπτυξη του εμβρύου έχει μελετηθεί εκτενώς. Σε είδη όπως τα τρωκτικά και βοοειδή, έμβρυα που έχουν υποστεί βιοψία σε στάδιο αυλάκωσης, μπορούν να αναπτυχθούν κανονικά. Όσο περισσότερα κύτταρα αφαιρούνται με βιοψία, τόσο η πιθανότητα για ένα έμβρυο να αναπτυχθεί μέχρι το τέλος της εγκυμοσύνης μειώνεται (Hardy et al, 1989). Αυτό συμβαίνει πιθανώς επειδή οι αυλακωτικές διαιρέσεις υποδιαιρούν το κυτταρόπλασμα του ζυγώτη σε όλο και μικρότερα κύτταρα και ενδέχεται να υπάρχει κάποιο κατώτατο όριο στην κυτταρική μάζα του εμβρύου που κάνει επιτρεπτή την εμφύτευση και την περαιτέρω ανάπτυξη. Επίσης μειώνονται οι πιθανότητες ανάπτυξης του εμβρύου όσο αυξάνεται η ηλικία του εμβρύου την ώρα της βιοψίας. Πιθανώς να έχει αρχίσει κάποια διαδικασία διαφοροποίησης. Αυτό σημαίνει ότι η βιοψία των ανθρώπινων εμβρύων πρέπει να γίνει έτσι ώστε η μείωση της κυτταρικής μάζας να είναι η μικρότερη δυνατή ώστε να αποφευχθεί μία αύξηση στις βιοχημικές εγκυμοσύνες και στις αποτυχίες εμφύτευσης. Η βιοψία γίνεται στην αρχή της τρίτης ημέρας, η οποία είναι η τελευταία ημέρα που είναι δυνατόν να γίνει η εμβρυομεταφορά χωρίς να επηρεαστεί το ποσοστό εγκυμοσύνης. Την τρίτη ημέρα τα έμβρυα βρίσκονται στο στάδιο των 6-10 (συνήθως 8) κυττάρων και η αφαίρεση ενός κυττάρου σε αυτό το στάδιο συνήθως μειώνει την κυτταρική μάζα κατά 1/8.

Πριν την εφαρμογή της προεμφυτευτικής διάγνωσης στον άνθρωπο έχει μελετηθεί η επίδραση της βιοψίας στην ανάπτυξη των εμβρύων. Τα πειράματα αυτά συμπεριλαμβάνουν διάφορους δείκτες, όπως το ποσοστό των εμβρύων που αναπτύσσονται στο στάδιο της βλαστοκύστης, τον ολικό αριθμό των κυττάρων και την κατανομή των κυττάρων στα κύτταρα τροφοβλάστης και εμβρυοβλάστης. Επίσης έχει μελετηθεί ο μεταβολισμός ενεργειακών υποκαταστάτων, όπως πυροσταφυλικού οξέος και γλυκόζης, στις μέρες πριν και μετά από τη βιοψία μέχρι την εβδόμη ημέρα της ανάπτυξης του εμβρύου. Το ποσοστό των φυσιολογικά γονιμοποιημένων εμβρύων, το οποίο φτάνει στο στάδιο της βλαστοκύστης εμφανίζει μεγάλη διακύμανση από ασθενή σε ασθενή, από 40-70% στο νοσοκομείο Hammersmith. Mετά από βιοψία ενός ή δύο κυττάρων, το ποσοστό αυτό έφθανε το 79% και 71% αντίστοιχα και ήταν πολύ ψηλότερο σε σχέση με τα control έμβρυα από τους ίδιους ασθενείς το οποίο ποσοστό ήταν στα control έμβρυα 59%.. Επιπλέον, πολύ περισσότερα έμβρυα τα οποία είχαν υποστεί βιοψία, εκκολάφθηκαν από τη διαφανή ζώνη (Hardy et. al, 1989). Πολύ σημαντικό είναι ότι, μια και το έμβρυο προέρχεται από τα κύτταρα εμβρυοβλάστης, οι αριθμοί αυτών των κυττάρων σαν ποσοστό της ολικής μάζας δεν έχουν επηρεαστεί από τη βιοψία. Τελικά, η βιωσιμότητα των εμβρύων μετά τη βιοψία υπολογίστηκε μετρώντας το μεταβολισμό των υποστρωμάτων ενέργειας. Χρησιμοποιήθηκε ένα μη επεμβατικό βιοχημικό micro-test για να μετρήσει την κατανάλωση από τα έμβρυα αυτών των υποστρωμάτων σε σταγόνες υγρού καλλιέργειας. Φάνηκε ότι ο μεταβολισμός των υποκατάστατων αυτών είχε μειωθεί στις βλαστοκύστεις που είχαν υποστεί βιοψία. Αλλά πάλι η μείωση ήταν ανάλογη της μείωσης της κυτταρικής μάζας. Επίσης τα έμβρυα έδειξαν τη χαρακτηριστική αλλαγή προτίμησης πηγής ενέργειας από πυροσταφυλικό οξύ στη γλυκόζη στο στάδιο της βλαστοκύστης. Φαίνεται λοιπόν ότι η βιωσιμότητα των εμβρύων δεν επηρεάζεται αρνητικά από τη βιοψία στο στάδιο των 6 με 10 κυττάρων (Hardy et. al, 1989). Aυτό βέβαια δεν αποκλείει ότι είναι πιθανόν η βιοψία να επιδρά αργότερα στην ανάπτυξη των εμβρύων ή στο ποσοστό κύησης, αν και οι μελέτες στο ποντίκι δείχνουν ότι η βιοψία δεν επιδρά αρνητικά στην μετέπειτα ανάπτυξη και ζωή.

[ contents | previous | next ]