Back to Main

  Back to previous

 
  Protocols

 
  Medline

 
  Recent Developments

 
  Conferences













 

 
  Προεμφυτευτική διάγνωση στον άνθρωπο

Η πρώτη εφαρμογή της προεμφυτευτικής διάγνωσης στον άνθρωπο έγινε στο νοσοκομείο Hammersmith το 1989, για τη διάγνωση φυλοσύνδετων φυλετικών ασθενειών. Οι γενετικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από υποτελή φυλοσύνδετη κληρονομικότητα μεταδίδονται μέσω μη προσβεβλημένων από ασθένεια γυναικών φορέων και συνήθως νοσούν μόνο τα αγόρια. Στις περισσότερες από αυτές τις παθήσεις η βιοχημική ή και μοριακή βάση της ασθένειας είναι γνωστή και η προγεννητική διάγνωση είναι δυνατή με βιοχημική ανάλυση ή με ανάλυση DNA. Ένα παράδειγμα είναι το σύνδρομο Lesch-Nyhan, το οποίο χαρακτηρίζεται από ανεπάρκεια του φυλοσύνδετου ενζύμου υποξανθίνη της φωσφοριβοσυλικής τρανσφεράσης. Παρ'όλα αυτά υπάρχει ακόμα ένας πολύ μεγάλος αριθμός φυλοσύνδετων ασθενειών, όπου το υπεύθυνο γονίδιο δεν έχει βρεθεί. Γι'αυτό το λόγο σαν πρώτο βήμα στην προεμφυτευτική διάγνωση διαλέξαμε να αναπτύξουμε μεθόδους οι οποίες να επιτρέπουν διάγνωση του φύλου των εμβρύων στο προεμφυτευτικό στάδιο, μια και αυτή η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί σ'όλες τις οικογένειες με φυλοσύνδετη πάθηση άσχετα από το ποια είναι η συγκεκριμένη γενετική ασθένεια η μετάλλαξη. Για τη διάγνωση του φύλου στο προεμφυτευτικό στάδιο χρησιμοποιήθηκε η αλυσιδωτή αντίδραση της πολυμεράσης. Αυτή η μέθοδος επιτρέπει τον πολλαπλασιασμό συγκεκριμένων γονιδιακών τόπων περισσότερο από 1.000.000 φορές (Mullis et al, 1986). Ο καθορισμός των ιδανικών συνθηκών αντίδρασης είναι απαραίτητος, ώστε να έχουμε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Τα πιο σημαντικά πλεονεκτήματα της μεθόδου PCR για την προεμφυτευτικη διάγνωση είναι η μεγάλη της ευαισθησία (που επιτρέπει ανάλυση από ένα κύτταρο) και η ταχύτητα της (μέσα σε λίγες ώρες έχουμε το διαγνωστικό αποτέλεσμα) (Saiki et al, 1988). Έτσι είναι δυνατόν κάνοντας τη βιοψία το πρωί, το βράδυ της ίδιας μέρας να έχουμε το αποτέλεσμα ώστε να γίνει η εμβρυομεταφορά μέσα στον κατάλληλο χρόνο. Η πρώτη εφαρμογή της μεθόδου ήταν η ανίχνευση ενός τμήματος DNA , χαρακτηριστικού για το χρωμόσωμα Υ (Kontogianni et al, 1996). Έτσι κατέστει δυνατόν να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ αρρένων και θηλέων εμβρύων και η εμφύτευση μόνο των θηλέων. Στο πρώτο στάδιο της εφαρμογής της προεμφυτευτικής διάγνωσης, ξεκίνησαν τη διαδικασία ζευγάρια τα οποία κινδύνευαν να μεταδώσουν φυλοσύνδετες γενετικές παθήσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν την φυλοσύνδετη διανοητική καθυστέρηση, το σύνδρομο Lesch-Nyhan, την αμαυροειδή αμφιβληστροπάθεια (Retinitis pigmentosa) και την μυϊκή δυστροφία του Duchenne. Ο αριθμός των ωαρίων που ελήφθησαν απο αυτά τα ζευγάρια (στην πλειονότητα χωρίς πρόβλημα γονιμότητας), τα ποσοστά γονιμοποίησης και η ανάπτυξη των εμβρύων ήταν παρόμοιος με αυτόν που είχαν ληφθεί από ζευγάρια τα οποία είχαν πρόβλημα στειρότητας. Τα έμβρυα τα οποία έφτασαν στο στάδιο των 6 με 10 κυττάρων την τρίτη ημέρα, υποβλήθηκαν σε βιοψία και τα περισσότερα από αυτά (95%) έδωσαν διαγνωστικό αποτέλεσμα. Κατά μέσο όρο 5 έμβρυα σε κάθε ασθενή είχαν υποστεί βιοψία και έτσι η πιθανότητα να βρεθούν δύο θηλυκά έμβρυα σε κάθε κύκλο είναι περίπου 50% ή και περισσότερο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί όταν υπάρχουν τουλάχιστον δύο έμβρυα για εμβρυομεταφορά, το ποσοστό εγκυμοσύνης είναι πολύ ψηλότερο. Από τα πρώτα 8 ζευγάρια, οι πέντε από τις οκτώ γυναίκες έμειναν έγκυες μετά από 13 κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης και οι πρώτες δύο είχαν δίδυμες κυήσεις ενώ οι υπόλοιπες είχαν μονήρεις (Handyside et al, 1990). Οι βιοχημικές παράμετροι αυτών των κυήσεων και τα υπερηχογραφικά ευρήματα είναι ανάλογα των κυήσεων μετά από IVF (Soussis et al, 1996). Το φύλλο των εμβρύων εξετάστηκε με βιοψία χοριονικών λαχνών και ανάλυση καρυοτύπου στις 10 - 11 εβδομάδες. Όλα τα έμβρυα ήταν θηλυκά εκτός από μία μονήρη εγκυμοσύνη στην οποία ο καρυότυπος έδειξε ότι το έμβρυο ήταν αρσενικό. Το ζευγάρι διάλεξε να διακόψει την εγκυμοσύνη αυτή. Όλες οι υπόλοιπες εγκυμοσύνες προχώρησαν μέχρι το τέλος και όλα τα παιδιά γεννήθηκαν και ήταν υγιή κορίτσια. Λεπτομερής ανάλυση έδειξε ότι κατά τη διάρκεια της κύησης δεν παρουσιάστηκαν ιδιαίτερα προβλήματα καθώς και οτι όλα τα παιδιά ήταν φυσιολογικά χωρίς κανένα πρόβλημα υγείας (Souσsis et. al, 1996).

[ contents | previous | next ]